Τρίτη, 11 Δεκεμβρίου 2012

ΓΡΑΜΜΑΤΙΚΗ


Γραμματική    
Ρηματικές και ονοματικές φράσεις

·         Ρηματική λέγεται μια φράση στην οποία περιέχεται ρήμα, καθώς και άλλες λέξεις που συμπληρώνουν το νόημα του (υποκείμενο, αντικείμε­νο, κατηγορούμενο, επιρρηματικοί προσδιορισμοί)· π.χ.:
             Δημοσίευσε             διηγήματα                       σε διάφορα περιοδικά.
ρήμα                    αντικείμενο             εμπρόθετος (επιρρηματικός) προσδιορισμός
·         Ονοματική λέγεται μια φράση όταν οι λέξεις από τις οποίες αποτελεί­ται είναι ονόματα (ουσιαστικά, επίθετα, αντωνυμίες)- π.χ.:
             Δημοσίευση                     διηγημάτων                   σε   διάφορα   περιοδικά.
         ουσιαστικό                     ουσιαστικό                    επίθετο ουσιαστικό

·         Σε πολλές περιπτώσεις μπορούμε να μετατρέψουμε μια ρηματική φράση σε ονοματική, και το αντίστροφο, ως εξής:
Ø  Για να μετατρέψουμε μια ρηματική φράση σε ονοματική, αντικαθι­στούμε το ρήμα της φράσης με το αντίστοιχο ουσιαστικό και κάνουμε όποιες άλλες αλλαγές είναι απαραίτητες στις υπόλοιπες λέξεις, ώστε η φράση να είναι σωστά συνταγμένη  π.χ.:
                      Εκδίδονται νέα βιβλία της.                                        Έκδοση νέων βιβλίων της.
Ø  Για να μετατρέψουμε μια ονοματική φράση σε ρηματική, αντικαθι­στούμε το ουσιαστικό της φράσης με το αντίστοιχο ρήμα και κάνουμε πάλι όποιες άλλες αλλαγές είναι απαραίτητες στις υπόλοιπες λέξεις, ώστε η φράση να είναι σωστά συνταγμένη  π.χ.:
  Αύριο η παρουσίαση του νέου της βιβλίου στο κοινό. Αύριο παρουσιάζεται το νέο της βιβλίο στο κοινό.

Ανεξάρτητες και εξαρτημένες προτάσεις Σύνδεση προτάσεων

• Ανεξάρτητες (ή κύριες) λέγονται οι προτάσεις που εκφράζουν ένα ο­λοκληρωμένο νόημα και μπορούν να σταθούν μόνες τους στο λόγο, χω­ρίς να εξαρτώνται από άλλες π.χ.:
Ο Κώστας δεν ήρθε μαζί μας.
Θα πάμε εκδρομή το Σαββατοκύριακο.
Αυτός είναι ο αδερφός της.
Οι κύριες προτάσεις συνδέονται μεταξύ τους με συμπλεκτικούς, αντιθετικούς, διαχωριστικούς κτλ. συνδέσμους. Η σύνδεση αυτή λέγεται παρατακτική.

•  Εξαρτημένες (ή δευτερεύουσες) λέγο­νται οι προτάσεις που δεν εκφράζουν ένα ολοκληρωμένο νόημα και γι' αυτό δεν μπορούν να σταθούν μόνες τους στο λό­γο. Οι προτάσεις αυτές χρησιμεύουν για να συμπληρώνουν ή να προσδιορίζουν μια άλλη πρόταση ή έναν όρο της   π.χ.
Ο Κώστας δεν ήρθε μαζί μας, επειδή ήταν άρρωστος.
Θα πάμε εκδρομή το Σαββατοκύριακο, αν ο καιρός είναι καλός.
Αυτός είναι ο αδερφός της, που σπουδάζει στο Λονδίνο.




Η δευτερεύουσα πρόταση με την πρόταση που προσδιορίζει συνδέεται μ' ένaν από τους
υποτακτικούς συνδέσμους (αιτιολογικούς, τελικούς, χρονικούς κτλ/ ή με αναφορική αντωνυμία. Η σύνδεση αυτή λέγεται υποτακτική.
     Οι δευτερεύουσες προτάσεις είναι διαφόρων ειδών:
-        Ειδικές: εισάγονται με τους συνδέσμους ότι, πως, που. Π.χ. Είπε ότι θα μου τηλεφωνήσει.
-        Αιτιολογικές: εισάγονται με τους συνδέσμους γιατί, επειδή, αφού. Π.χ.   Έφυγε βιαστικά γιατί είχε αργήσει στο σχολείο.
-        Χρονικές: εισάγονται με τους συνδέσμους όταν, ενώ, αφού, καθώς, μόλις, ώσπου. Π.χ.  Αφού πέρασε ένας χρόνος, αποφάσισε να γυρίσει στην πατρίδα του.
-        Τελικές: εισάγονται με τους συνδέσμους να, για να.   Π.χ.   Ήρθε για να διαβάσουμε.
-        Συμπερασματικές: εισάγονται με τους συνδέσμους ώστε, ώστε να, που.   Π.χ.   Άργησε τόσο, έχασε τελικά το πάρτι.
-        Βουλητικές: εισάγονται με το να.    Π.χ.   Θα ήθελα να σε ευχαριστήσω.
-        Ενδοιαστικές: εισάγονται με το μήπως, μη. Π.χ.  Φοβάμαι μήπως αποτύχω στις εξετάσεις.
-        Πλάγιες ερωτηματικές: εισάγονται με ερωτηματικές αντωνυμίες και ερωτηματικά επιρρήματα,ποιος, πόσος, πώς, πού κ.λπ. Π.χ.   Με ρώτησε που πηγαίνω.
-        Αναφορικές: εισάγονται με αναφορικές αντωνυμίες και αναφορικά επιρρήματα, που, όποιος, οποίος, όσος, όπου, όπως, όσο. Π.χ.   Γνώρισα τον Νίκο, ο οποίος ήταν καθηγητής πανεπιστημίου      
-        Υποθετικές: εισάγονται με τους συνδέσμους αν, εάν.  Π.χ.  Αν έρθεις έγκαιρα, θα πάμε μαζί στη γιορτή.
-        Εναντιωματικές: εισάγονται με τους συνδέσμους αν και, μολονότι, παρόλο.   Π.χ.  Αν και τα θέματα ήταν δύσκολα, έγραφα καλά.




Η χρήση του κόμματος

Με το κόμμα χωρίζουμε:
      • Όμοιους όρους, ασύνδετους μέσα στην πρόταση. Π.χ. Μας αγόρασε ρούχα, γλυ­κά, δώρα.
        Όμοιες προτάσεις, ασύνδετες μεταξύ τους. Π.χ. Πλύθηκα, ντύθηκα, χτενίστηκα.
        Την κλητική προσφώνηση από την υπόλοιπη φράση. Π.χ. Ορέστη, έλα γρήγορα!
        Το αρνητικό ή βεβαιωτικό επίρρημα που βρίσκεται στην αρχή μιας πρότασης. Π.χ. Όχι, δε θα έρθω.
        Την παράθεση και την επεξήγηση. Π.χ. Η μητέρα του η Ελένη, ήταν ευχάριστος άνθρωπος.
        Όμοιες προτάσεις που συνδέονται με αντιθετικούς συνδέσμους. Π.χ. Του μί­λησα, αλλά δεν έφερα αποτέλεσμα.
        Χωρίζουμε με κόμμα τις εξαρτημένες προτάσεις από τις ανεξάρτητες όταν το νόημα τους δεν είναι στενά δεμένο με το νόημα της ανεξάρτητης πρότασης, κυρίως όταν προηγούνται της κύριας.
π.χ.: Επειδή έβρεχε, πήρα ομπρέλα.
        Δεν τις χωρίζουμε με κόμμα όταν το νόημα τους είναι στενά δεμένο με το νόη­μα της ανεξάρτητης πρότασης. π.χ.: Στενοχωρήθηκε γιατί του έκλεψαν το πορτοφόλι.


Ασύνδετο σχήμα
Ασύνδετο σχήμα έχουμε όταν παραθέτουμε όμοιους όρους ή όμοιες προτάσεις, χωρίς να βάζουμε ανάμεσα τους συνδέσμους (και, όμως, αλλά, ή, ού­τε ούτε, είτε είτε), που χρειάζονται, αλλά χωρίζονται
με κόμμα.
π.χ.: Η διαφήμιση ενός γνωστού απορρυπαντικού λέει: Ψεκάστε, σκουπίστε, τελειώσατε.


Σύνθετες λέξεις με πρώτο συνθετικό λόγιες προθέσεις

         Υπάρχουν κάποιες προθέσεις που προέρχονται από την αρχαία ελληνική γλώσσα, και λέγονται λόγιες, οι οποίες εξακολουθούν μέχρι και σήμερα να χρησιμοποιούνται  ως πρώτα συνθετικά λέξεων ή σε στερεότυπες εκφράσεις. Οι πιο συνηθισμένες από αυτές είναι οι ακόλουθες: δια, περί, ανά, προ, υπό, υπέρ, επί (εφ-), εκ (εξ), εν (εμ-).    Π.χ.   αναβάτης, πρόλογος, υποσημείωση, επίθεση 
  Προσοχή: Είναι δυνατό κατά τη σύνθεση τους οι προθέσεις να παθαίνουν κάποιες μετατροπές. Έτσι, μπορεί να φεύγει το τελευταίο φωνήεν της πρόθεσης όταν η επόμενη λέξη αρχίζει από φωνήεν ή να αλλάζουν τα σύμφωνα των προθέσεων όταν το δεύτερο συνθετικό αρχίζει επίσης από σύμφωνο. Π.χ.   από + ευθύνομαι —> απευθύνομαι εν + μένω —> :  μένω
Προσοχή: Τα αχώριστα μόρια δια-, επι-, υπο- χάνουν το τελικό φωνήεν όταν το δεύτερο συνθετικό αρχίζει από φωνήεν. Π.χ.   υπό + αρχηγός > υπαρχηγός / επί + ερώτηση —> επερώτηση
Ø  Το εκ- γίνεται εξ- όταν το δεύτερο συνθετικό αρχίζει από φωνήεν. Π.χ.   εκ + ημερώνω> εξημερώνω
Ø  Το εν- και το συν-, όταν το δεύτερο συνθετικό αρχίζει από χειλικό σύμφωνο -π-, -β-, -φ- ή -μ-, μετατρέπουν το -ν- σε -μ-.
Π.χ.   εν + πείρα —» εμπειρία / συν + μαθητής —> συμμαθητής, συν + πεθερός —> συμ πεθερός 
Ø Το συν- γίνεται:
   
συν + φωνήεν = συν-
π.χ. συν + υπεύθυνος = συνυπεύθυνος
συν + π, β, φ, ψ = συμ-
συν + κ, γ, χ, = συγ-
π.χ. συν + πολίτης = συμπολίτης
π.χ. συν + γένος = συγγενής
συν + τ, δ, θ = συν
π.χ. συν + δεσμός = σύνδεσμος
συν + ζ = συζ-
π.χ. συν + ζω = συζώ
συν + ξ = συξ-
π.χ. συν + ξύλο = σύξυλο
συν + σκ = συσκ-
π.χ. συν + σκέψη = σύσκεψη
συν + σπ = συσπ
π.χ. συν + σπουδάζω = συσπουδάζω
συν + στ = συστ-
π.χ. συν + στεγάζω = συστεγάζω
συν + ( ν, μ, λ, ρ, σ,) = συνν-
                            συλλ-
                            συμμ-
                            συρρ-
                            συσσ-
π.χ  συν + νέφος = σύννεφο
       συν +  λόγος = σύλλογος
       συν + μαθητής = συμμαθητής
       συν + ρίζα = σύρριζα
       συν + σώμα = σύσσωμος

Προσοχή: Οι λέξεις ομαλός, όνομα, όροφος, όλεθρος, ορυχείο, οδύνη αρχίζουν  από ο- αλλά ως δεύτερα συνθετικά αλλάζουν το ο- σε -ω-: επώνυμο, διώροφος, πανωλεθρία, αδαμαντωρυχείο, ανώδυνος.


Το επίθετο ο πολύς, η πολλή, το πολύ και το επίρρημα πολύ
• Το επίθετο ο πολύς, η πολλή, το πολύ συνοδεύει ουσιαστικά και κλίνεται και στα τρία γένη· π.χ.:
ο πολύς κόσμος, η πολλή βροχή, το πολύ διάβασμα
          οι πολλοί άνθρωποι, οι πολλές γυναίκες, τα πολλά παιδιά.

Ενικός  αριθμός
Ονομ.
ο
πολύς
η
πολλή
το
πολύ
Γεν.
του
-
της
πολλής
του
-
Αιτ.
τον
πολύ
την
πολλή
το
πολύ
Κλητ.
-
-
-
-
-

Πληθυντικός  αριθμός
Ονομ.
οι
πολλοί
οι
πολλές
τα
πολλά
Γεν.
των
πολλών
των
πολλών
των
πολλών
Αιτ.
τους
πολλούς
τις
πολλές
τα
πολλά
Κλητ.
-
(πολλοί)
-
(πολλές)
-
(πολλά )


















    Στον ενικό αριθμό, το αρσενικό και το ουδέτερο γράφονται με υ και ένα λ, ενώ το θηλυκό με η και δύο λ (λλ).
    Στον πληθυντικό αριθμό και τα τρία γένη γράφονται με δύο λ (λλ).
• Το αρσενικό και το ουδέτερο δεν έχουν γενική ενικού. Επίσης σε κανέ­να γένος δεν υπάρχει κλητική ενικού, ενώ η κλητική πληθυντικού δε χρησιμοποιείται συχνά.
   Το επίθετο πολλή μπαίνει μόνο μπροστά από θηλυκό ουσιαστικό. Αντίθετα, μπροστά από θηλυκό επίθετο  μπαίνει το επίρρημα πολύ.
   Το επίρρημα πολύ μπαίνει πριν από επίθετο ή επίρρημα, για να σχηματίσει τον υπερθετικό βαθμό, ή συνοδεύει ρήμα. Ενώ το ουδέτερο του επιθέτου συνοδεύει ου­σιαστικό.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου